Οι όποιες αποφάσεις τοποθετούνται χρονικά τον Νοέμβριο, στο τελικό σχέδιο προϋπολογισμού
 
«Πράσινο» στο ενδεχόμενο αύξησης του κονδυλίου για την ενίσχυση των νοικοκυριών προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις συνεχείς ανατιμήσεις στο ηλεκτρικό ρεύμα, αλλά «κόκκινο» στις παρεμβάσεις στους ειδικούς φόρους κατανάλωσης προκειμένου να συγκρατηθούν και σ’ αυτό το «μέτωπο» οι τιμές.
Ενώ για την ηλεκτρική ενέργεια η κυβέρνηση θα επιμείνει στην καθολική στήριξη όλων των καταναλωτών, για το «εισαγόμενο» πετρέλαιο θέρμανσης και το φυσικό αέριο θα επιμείνει στην παροχή επιπλέον στήριξης μόνο μέσα από την αύξηση του κονδυλίου για το επίδομα θέρμανσης κατά 20%.
Η συγκεκριμένη απόφαση κρύβει μια συγκεκριμένη οικονομική λογική. Να μην «πριμοδοτηθεί» με πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο το καύσιμο, η κατανάλωση του οποίου επιβαρύνει το εμπορικό ισοζύγιο, ενώ κινείται «κόντρα» στην κεντρική πολιτική απόφαση για «στροφή» στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειες. Ο στόχος έχει ήδη ποσοτικοποιηθεί: μέσα στην επόμενη 8ετία το 70% των ενεργειακών αναγκών να καλύπτεται από τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
 
Πρόσθετο κόστος
Τα 150 εκατ. ευρώ για την επιδότηση των λογαριασμών ηλεκτρικής ενέργειας είναι πιθανό να μην αποδειχθούν αρκετά, καθώς οι διεθνείς τιμές συνεχίζουν να ανεβαίνουν, ενώ και οι «παίκτες» της αγοράς ενέργειας δεν έχουν ξεκαθαρίσει (τουλάχιστον προς το παρόν) σε ποιο βαθμό θα μπουν και οι ίδιες στη διαδικασία να απορροφήσουν μέρος του πρόσθετου κόστους προκειμένου να μη μετακυλιστεί ολόκληρο στον τελικό καταναλωτή. Φαίνεται όμως ότι τα οικονομικά περιθώρια για επέκταση του συγκεκριμένου μέτρου θα δημιουργηθούν.
Η ταχύτερη του αναμενομένου για φέτος ανάπτυξη θα δημιουργήσει δημοσιονομικό χώρο στον φετινό προϋπολογισμό, ο οποίος θα πρέπει να διανεμηθεί εντός του 2021. Ακόμη κι αν η εκταμίευση των πόρων γίνει σταδιακά μέσα στους πρώτους μήνες του 2022, το ζητούμενο είναι η απόφαση για την εκταμίευση να ληφθεί φέτος.
Οι όποιες αποφάσεις επέκτασης τοποθετούνται χρονικά προς τον Νοέμβριο, ταυτόχρονα με την κατάθεση του τελικού σχεδίου του προϋπολογισμού στη Βουλή. Μέχρι τότε θα έχει υπάρξει σαφής ένδειξη τόσο για την πορεία των τιμών όσο και για την πορεία της οικονομίας στο 3ο τρίμηνο.
 
Επίδομα θέρμανσης
Στο επίδομα θέρμανσης, ο προϋπολογισμός του μέτρου θα αυξηθεί στα 100 εκατ. ευρώ και η παρέμβαση θα επικεντρωθεί στην αύξηση του ποσού βάσης από τα 220 ευρώ που είναι σήμερα στα 240,6 ευρώ. Δηλαδή, δεν θα διατεθεί δημοσιονομικός χώρος για να διευρυνθούν τα εισοδηματικά κριτήρια. Βέβαια, είναι πιθανό να υπάρξει αύξηση του αριθμού των δικαιούχων, καθώς το φετινό επίδομα θα διατεθεί με βάση τα εισοδήματα που δηλώθηκαν στις φετινές φορολογικές δηλώσεις.
Η υποβολή ολοκληρώθηκε χθες και έχει προκύψει σημαντική μείωση δηλωθέντων εισοδημάτων, κάτι που προκύπτει και από τη μείωση του βεβαιωθέντος πρόσθετου φόρου. Το ενδεχόμενο να χρειαστεί προς τα πάνω αναπροσαρμογή του συνολικού προϋπολογισμού (ακόμη και στις αρχές του 2022) είναι ανοικτό, καθώς όλα θα εξαρτηθούν από την πορεία των τιμών λιανικής.
Προς το παρόν εκτιμάται ότι η τιμή λιανικής του πετρελαίου θέρμανσης θα βγει στο 1,05 ευρώ ανά λίτρο, κάτι που σημαίνει αύξηση της τάξεως του 20% σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο. Με αντίστοιχη αύξηση του επιδόματος κατά 20%, σε μεγάλο βαθμό απορροφάται η επιβάρυνση για τα φτωχότερα νοικοκυριά. Στην πράξη, ένα νοικοκυριό στο Νυμφαίο που πέρυσι πήρε 332 ευρώ, φέτος θα λάβει κοντά στα 400 ευρώ.
 
Δεν μειώνονται οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης
Οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης στην ενέργεια -το ενδεχόμενο μείωσης των οποίων έχει αποκλείσει η κυβέρνηση- αποτελούν σημαντική πηγή εσόδων για τον κρατικό προϋπολογισμό. Ακόμη και το 2020, που ήταν μια ειδική χρονιά λόγω της πανδημίας, ο ειδικός φόρος κατανάλωσης στο πετρέλαιο θέρμανσης απέδωσε 457 εκατ. ευρώ, ο ειδικός φόρος κατανάλωσης στην ηλεκτρική ενέργεια 159 εκατ. ευρώ, ο ειδικός φόρος κατανάλωσης στο φυσικό αέριο 32 εκατ. ευρώ, ο ειδικός φόρος κατανάλωσης στο πετρέλαιο κίνησης 1,319 δισ. ευρώ και ο ειδικός φόρος κατανάλωσης στις βενζίνες 1,9 δισ. ευρώ, με τον ειδικό φόρο στο υγραέριο να αποδίδει 94 εκατ. ευρώ. Σύνολο: κοντά στα 4 δισ. ευρώ. Έτσι, ακόμη και μια μείωση της τάξεως του 10% θα απαιτούσε δημοσιονομικό χώρο της τάξεως των 400 εκατ. ευρώ σε ετήσια βάση ή τουλάχιστον 200 εκατ. ευρώ για να ξεπεραστεί το κρίσιμο εξάμηνο (σ.σ.: οι αναλυτές περιμένουν ύφεση των ανατιμητικών φαινομένων μετά τον Μάρτιο του 2022).