Η Τουρκία θα επιτεθεί «με άρματα μάχης και στρατιώτες» κατά των Κούρδων μαχητών το συντομότερο ανέφερε την Τρίτη ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν,

επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά την προαναγγελία μιας χερσαίας τουρκικής επιχείρησης σε Συρία και βόρειο Ιράκ, σε συνέχεια των εναέριων βομβαρδισμών των τελευταίων ημερών.
«Χτυπάμε τους τρομοκράτες εδώ και μέρες με τα αεροπλάνα, τα κανόνια και τα όπλα μας. Με τη βοήθεια του Θεού θα τους ξεριζώσουμε το συντομότερο, μαζί με τανκς και τους στρατιώτες μας», είπε.

ΗΠΑ – Ρωσία ζητούν αποκλιμάκωση
Από πλευράς τους, η Ουάσιγκτον και η Μόσχα κάλεσαν την Άγκυρα να επιδείξει αυτοσυγκράτηση.
«Καλούμε σε αποκλιμάκωση στη Συρία για να προστατευθούν οι άμαχοι και να υποστηριχθεί ο κοινός στόχος να ηττηθεί το Ισλαμικό Κράτος», δήλωσε ο εκπρόσωπος του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών Νεντ Πράις. «Συνεχίζουμε να είμαστε αντίθετοι σε οποιαδήποτε μη συντονισμένη στρατιωτική δράση στο Ιράκ που παραβιάζει την κυριαρχία της χώρας», πρόσθεσε σε ανακοίνωσή του.
Η Ρωσία δήλωσε επίσης πως «ελπίζει» ότι η Τουρκία θα επιδείξει «αυτοσυγκράτηση» και θα αποφύγει «κάθε υπερβολική χρήση της ισχύος» στη Συρία. «Κατανοούμε τις ανησυχίες της Τουρκίας που σχετίζονται με την ασφάλειά της (…) Όμως ταυτόχρονα καλούμε όλα τα μέρη να αποφύγουν οποιαδήποτε πρωτοβουλία θα μπορούσε να οδηγήσει σε σοβαρή αποσταθεροποίηση της συνολικής κατάστασης», δήλωσε ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ. «Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να γίνει μπούμερανγκ και να περιπλέξει ακόμη περισσότερο την κατάσταση της ασφάλειας», πρόσθεσε ο Πεσκόφ.
Σε απάντηση, πάντως, η Τουρκία απαίτησε από όλους τους συμμάχους της, με πρώτες τις ΗΠΑ, «να σταματήσουν κάθε υποστήριξη» προς τους μαχητές της YPG, τους οποίους θεωρεί τρομοκράτες. «Δηλώνουμε προς όλους τους συνομιλητές μας, κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες, πως η YPG είναι ταυτόσημες με το PKK και διατυπώνουμε σθεναρά την απαίτησή μας απ’ αυτούς να πάψουν κάθε υποστήριξη προς τους τρομοκράτες», δήλωσε σήμερα ο τούρκος υπουργός Άμυνας Χουλουσί Ακάρ.
Οι Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (YPG), ένας συνασπισμός στον οποίο κυριαρχεί η YPG, ανακοίνωσαν από την πλευρά τους σήμερα ότι συγκεντρώνουν όλες τις προσπάθειές τους σε μια «αποκλιμάκωση».

Το χρονικό των επιθέσεων
Η τουρκική επίθεση ξεκίνησε από την Κυριακή, όταν η αεροπορία βομβάρδισε στόχους της κουρδικής οργάνωσης ΡΚΚ στο βόρειο Ιράκ και της πολιτοφυλακής Κούρδων της Συρίας YPG στη βόρεια και ανατολική Συρία.
Το τουρκικό υπουργείο Αμυνας ανέφερε ότι καταστράφηκαν 89 στόχοι που συνδέονταν με τις δύο «τρομοκρατικές οργανώσεις». Σύμφωνα με το Συριακό Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, από τους βομβαρδισμούς σκοτώθηκαν 35 Σύροι, εκ των οποίων 14 ήταν Κούρδοι μαχητές και 12 στρατιώτες του κυβερνητικού στρατού του προέδρου Μπασάρ αλ Ασαντ.
Τη διαταγή για την επιχείρηση «Γαμψό Ξίφος» έδωσε την περασμένη Πέμπτη ο Ταγίπ Ερντογάν, επιστρέφοντας από τη σύνοδο κορυφής του G20 στην Ινδονησία. Η τουρκική κυβέρνηση εμφανίζει την επιχείρηση ως αντίποινα για την τρομοκρατική επίθεση της 13ης Νοεμβρίου στην Ιστικλάλ, έναν από τους πιο κεντρικούς και τουριστικούς δρόμους της Κωνσταντινούπολης, όπου έξι άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Η Αγκυρα ενοχοποίησε για τη φονική επίθεση το ΡΚΚ και την YPG, αλλά και οι δύο κουρδικές οργανώσεις αποποιήθηκαν κάθε ευθύνη.
Η κουρδική διοίκηση που ελέγχει το μεγαλύτερο μέρος της βόρειας και ανατολικής Συρίας ανακοίνωσε ότι κάνει κάθε δυνατή προσπάθεια για να αποφευχθεί μια «μεγάλη καταστροφή», αλλά αν η Τουρκία επιτεθεί, οι μαχητές στην περιοχή «έχουν το δικαίωμα να αντισταθούν και να υπερασπιστούν τα εδάφη τους». Οι Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF), στο πλαίσιο των οποίων δρα η YPG, προειδοποίησαν ότι οι τουρκικές επιθέσεις «δεν θα μείνουν αναπάντητες».

Αντεπίθεση
Η πρώτη απάντηση ήρθε προχθες το πρωί, όταν όλμοι έπληξαν την τουρκική μεθοριακή κωμόπολη Καρκαμίς, της επαρχίας Γκαζιαντέπ, σκοτώνοντας ένα πεντάχρονο παιδί και μια 22χρονη δασκάλα, ενώ τουλάχιστον έξι άνθρωποι τραυματίστηκαν. Σύμφωνα με τουρκικά μέσα ενημέρωσης, οι όλμοι εκτοξεύθηκαν από την περιοχή γύρω από τη συριακή μεθοριακή πόλη Κομπάνι, που ελέγχεται από την YPG. Το αιματηρό συμβάν πυροδότησε κλιμάκωση της σύγκρουσης, με τουρκικά αεροπλάνα να βομβαρδίζουν το Κομπάνι, ενώ το τουρκικό πυροβολικό έπληξε την κουρδική πόλη Τελ Ριφάτ και το επίσης κουρδικό χωριό Εϊν Ισα.
Οι ΗΠΑ και η Ε.Ε. θεωρούν το ΡΚΚ τρομοκρατική οργάνωση, αλλά δεν συμμερίζονται τη θέση της Αγκυρας ότι η YPG εμπίπτει στην ίδια κατηγορία, ως παρακλάδι του ΡΚΚ. Μάλιστα, οι Αμερικανοί συνεργάζονται με τις SDF εναντίον του Ισλαμικού Κράτους και διατηρούν σε περιοχές που ελέγχουν οι Κούρδοι στρατιωτική δύναμη 900 ανδρών, γεγονός που εξοργίζει την κυβέρνηση Ερντογάν. Η Ουάσιγκτον έσπευσε να εκφράσει τα συλλυπητήριά της για τους νεκρούς από την πρόσφατη τρομοκρατική επίθεση στην Κωνσταντινούπολη, αλλά ο Τούρκος υπουργός Εσωτερικών Σουλεϊμάν Σοϊλού παρομοίασε αυτή τη χειρονομία των Αμερικανών με «τον εγκληματία που είναι ο πρώτος που θα επιστρέψει στον τόπο του εγκλήματος».

Διεθνείς αντιδράσεις
«Εξαιρετικά ανησυχητικές» χαρακτήρισε τις αναφορές για θύματα μεταξύ αμάχων από τις τουρκικές επιδρομές το γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών, καλώντας την Αγκυρα να δράσει «με αναλογικότητα και σεβασμό προς το διεθνές δίκαιο». Σε αυστηρότερους τόνους, ο Νάτσο Σάντσεθ Αμόρ, εισηγητής για την Τουρκία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, τόνισε ότι «καμία τουρκική ανησυχία για την εσωτερική ασφάλεια, όσο δικαιολογημένη κι αν είναι, δεν δικαιολογεί νυχτερινές επιδρομές σε ξένες πόλεις».
Από την πλευρά του ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας Μιχαήλ Μπογκντάνοφ δήλωσε ότι η Μόσχα τάσσεται υπέρ «λύσεων μέσω διαπραγματεύσεων». Ο Ταγίπ Ερντογάν απάντησε ότι οι Ρώσοι «είχαν την ευθύνη για την εκκαθάριση της περιοχής από τους τρομοκράτες (της YPG), αλλά δεν το έκαναν», παραπέμποντας σε ρωσοτουρκική συμφωνία του 2019 για τη βόρεια Συρία. Η τουρκική επιδρομή έδωσε την ευκαιρία στο Ιράν να εξαπολύσει και αυτό επιθέσεις εναντίον κουρδικών, αυτονομιστικών οργανώσεων στο βόρειο Ιράκ. Η ιρακινή κυβέρνηση καταδίκασε τις επιχειρήσεις και των δύο γειτόνων της. Η κουρδική μειονότητα του Ιράν πρωτοστατεί αυτή την περίοδο στις αντικαθεστωτικές διαδηλώσεις, τις οποίες πυροδότησε ο θάνατος της Κουρδοϊρανής Μαχσά Αμινί.