Εγκριση από Ε.Ε., δημοσιονομικό κόστος και ανάκτηση υπερεσόδων
  
Ψηλά τον πήχυ των προσδοκιών για την επαναφορά του λογαριασμού ρεύματος σε επίπεδα μόλις 30% υψηλότερα από αυτά που ίσχυαν προ κρίσης και τουλάχιστον 50% κάτω από τα σημερινά έβαλε η κυβέρνηση, υπό το βάρος του βραχυκυκλώματος που απειλεί την οικονομία και της πολιτικής πίεσης που ασκεί η πλευρά της αντιπολίτευσης, ανεβάζοντας καθημερινά τους τόνους γύρω από το ζήτημα των αυξήσεων και της ακρίβειας.
Είναι έντονο εξάλλου το πολιτικό άρωμα των δύο εκ των τεσσάρων αξόνων του εθνικού προγράμματος στήριξης, που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης την περασμένη Πέμπτη. Και δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι δύο αυτοί άξονες δεν εξειδικεύτηκαν την επομένη από τους συναρμόδιους υπουργούς, αφού δεν έχουν ολοκληρωθεί λόγω της εξαιρετικής πολυπλοκότητας των παραμέτρων που καλούνται να ισορροπήσουν αλλά και των… αθόρυβων αναταράξεων που έχoυν προκαλέσει στο εσωτερικό της αγοράς ηλεκτρισμού.
 
Η ρήτρα αναπροσαρμογής
Με το ζήτημα της ρήτρας αναπροσαρμογής και των υπερκερδών των εταιρειών παραγωγής να κυριαρχεί στον δημόσιο διάλογο, βρίσκοντας πρόσφορο έδαφος πολιτικής δημαγωγίας σε καταναλωτές που αδυνατούν να πληρώσουν τον λογαριασμό ρεύματος ακόμη και σε δόσεις, ο πρωθυπουργός ενέταξε στο πακέτο μέτρων τόσο τη φορολόγηση των υπερεσόδων των παραγωγών ρεύματος, όσο και την ατελή και με πολλές γκρίζες ζώνες παρέμβαση στη χονδρεμπορική αγορά, που θα αποτελέσει το εργαλείο για τη μείωση της κιλοβατώρας στα 14 με 16 λεπτά για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις της χώρας από τα 30-32 λεπτά σήμερα.
Η θεσμική παρέμβαση που, όπως ανακοινώθηκε, θα τεθεί σε εφαρμογή από τον Ιούλιο και θα ισχύσει για ένα έτος, θα αποτελέσει το εργαλείο για την επίτευξη του «ευγενούς» στόχου επαναφοράς των τιμών σε βιώσιμα επίπεδα και παράλληλα θα βάλει τέλος στη συζήτηση περί υπερεσόδων και ρήτρας αναπροσαρμογής. Τα όποια υπερέσοδα θα ανακτώνται στην «πηγή», ενώ η ρήτρα αναπροσαρμογής θα ανασταλεί για όσο διάστημα διαρκεί το μέτρο. Σύμφωνα με τον υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας Κώστα Σκρέκα, με τον νέο αυτό μηχανισμό θα ανακτηθεί το σύνολο των υπερεσόδων των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας και των ΑΠΕ που για το επόμενο εξάμηνο εκτιμάται σε 1,63 δισ. ευρώ.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η εφαρμογή της ρήτρας αναπροσαρμογής θα ανασταλεί, ενώ με νέα ρύθμιση θα προσαρμοστεί και ο Κανονισμός λειτουργίας του Χρηματιστηρίου Ενέργειας.
Ο μηχανισμός αυτός, που μέχρι τώρα οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι γνωστοποίησαν απλώς το περίγραμμα και τη στόχευσή του, περιλαμβάνει τρία σκέλη. Τίθεται κατ’ αρχήν μια τιμή-στόχος στα τιμολόγια λιανικής ενός εύρους 145-160 ευρώ/MWh (145 ευρώ/MWh στα οικιακά, 150 ευρώ/MWh στα εμπορικά κ.λπ.) έτσι ώστε να διατηρηθούν σταθερά για ένα χρόνο κατά 30% υψηλότερα από τα προ κρίσης επίπεδα τα οικιακά και κατά 30%-40% τα επιχειρηματικά. Το Χρηματιστήριο Ενέργειας θα εξακολουθεί να λειτουργεί όπως σήμερα, να εκκαθαρίζει δηλαδή την αγορά βάσει της υψηλότερης τιμής ώστε να μην παραβιάζεται το διασυνοριακό εμπόριο και το ενιαίο ευρωπαϊκό μοντέλο. Οι μονάδες παραγωγής που συμμετέχουν στην αγορά θα αποπληρώνονται ανά ώρα βάσει του μεταβλητού τους κόστους που θα έχει προκαθοριστεί για κάθε τεχνολογία (λιγνίτη, νερά, φυσικό αέριο κ.λπ.). Ετσι αποσυνδέεται η τιμή που στη συνέχεια θα αγοράζουν οι προμηθευτές από την Οριακή Τιμή του Συστήματος, που διαμορφώνεται από το ακριβό φυσικό αέριο και εξαφανίζονται τα υπερκέρδη. Οι προμηθευτές θα αγοράζουν την ενέργεια για τους πελάτες τους στη μέση τιμή αμοιβής των ηλεκτροπαραγωγών που σήμερα υπολογίζεται στα 150 ευρώ/MWh (με τιμή φυσικού αερίου στα 100 ευρώ/MWh και CO2 στα 80 ευρώ/τόνο). H τιμή αυτή θα διαφοροποιείται μόνο κατά το ποσοστό του μείγματος που αντιστοιχεί στο φυσικό αέριο, το μεταβλητό κόστος του οποίου θα υπολογίζεται καθημερινά βάσει της τιμής ΤΤF την προηγούμενη ημέρα και της τιμής των ρύπων. Η τελική τιμή που οι προμηθευτές θα τιμολογούν τους καταναλωτές θα διαμορφώνεται αφού προσθέσουν τα διάφορα κόστη τους (λειτουργικά κ.λπ.) και ένα περιθώριο κέρδους. Τη διαφορά αυτής της τιμής με την τιμή-στόχο θα την επιδοτεί το κράτος.
 
Τι λένε οι παραγωγοί
Η πλευρά των παραγωγών εκτιμά ότι ο μηχανισμός, όπως τουλάχιστον ανακοινώθηκε, έχει πολλά κενά και αρκετές γκρίζες ζώνες. «Δεν είναι συμβατή η επίλυση της αγοράς με δύο τρόπους με το ευρωπαϊκό πλαίσιο», τονίζουν αμφισβητώντας την έγκρισή του από την Κομισιόν. Επιφυλάσσονται ωστόσο, γιατί δεν έχουν ολοκληρωμένη εικόνα. Δυσκολεύονται να κατανοήσουν μια σειρά ζητήματα, όπως για παράδειγμα το πώς θα μετρηθεί πόση ενέργεια μιας μονάδας καταναλώθηκε στην εσωτερική αγορά και πόσο κατευθύνθηκε σε εξαγωγές για να τιμολογηθεί διαφορετικά. Η πλευρά των προμηθευτών βλέπει ότι η επιβολή του έμμεσου πλαφόν θα οδηγήσει σε «πάγωμα» του ανταγωνισμού. Συνολικότερα, ωστόσο, εκτιμά ότι ο μηχανισμός εφόσον λειτουργήσει και οδηγήσει πράγματι τις τιμές σε αυτά τα επίπεδα θα αποσυμπιέσει και την αγορά. «Εφόσον θα διευκολυνθούν οι καταναλωτές και θα μπορούν να πληρώσουν τον λογαριασμό τους, θα βελτιωθεί και η δική μας ρευστότητα», τονίζει εκπρόσωπος του κλάδου.
Ενα από τα ερωτήματα που θέτει επίσης η αγορά είναι το κατά πόσον είναι εφικτή μακροπρόθεσμα η τιμή-στόχος που έχει τεθεί, δεδομένου ότι δεν διαφαίνεται αποκλιμάκωση της γεωπολιτικής έντασης και του πολέμου στην Ουκρανία και άρα αποκλιμάκωση και της τιμής του φυσικού αερίου.
Θολό, τέλος, παραμένει το τοπίο και γύρω από τον άξονα της ανάκτησης των υπερεσόδων για την περίοδο από τον Οκτώβριο του 2021 έως και τον Απρίλιο του 2022.
Η ΡΑΕ μόλις την Παρασκευή παρέδωσε στο ΥΠΕΝ τα στοιχεία για τον προσδιορισμό των υπερεσόδων, τα οποία ωστόσο έχουν συνυπολογιστεί για τη χρηματοδότηση της αναδρομικής επιδότησης των καταναλώσεων άνω των 300 κιλοβατωρών τον μήνα για το τελευταίο εξάμηνο που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός.
Διατηρώντας την προσδοκία να εισακουστούν οι προτάσεις της Ελλάδας για μια κεντρική παρέμβαση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και με πλήρη επίγνωση ότι το πρόβλημα των υψηλών τιμών ενέργειας δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί χωρίς ευρωπαϊκή λύση, η κυβέρνηση προχώρησε σε ένα εθνικό σχέδιο δράσης που θα επαναφέρει τις τιμές ρεύματος σε βιώσιμα επίπεδα για τα νοικοκυριά, τις επιχειρήσεις και την οικονομία της χώρας.