Ιδιαίτερα δυσοίωνη κατάσταση για έναν πολύ μεγάλο αριθμό κυρίως πολύ μικρών επιχειρήσεων, που επιτάσσει σοβαρή βελτίωση ή ακόμα και διεύρυνση των εργαλείων και των μέτρων διαχείρισης του ιδιωτικού χρέους, προδιαγράφουν τα αποτελέσματα έρευνας της ΓΣΕΒΕΕ.
Σύμφωνα με την έρευνα, τη πρώτη για το 2022, που διεξάγει το Ινστιτούτο Μικρών Επιχειρήσεων της ΓΣΕΒΕΕ σε εξαμηνιαία βάση από τον Μάιο του 2009, προκύπτει επιπλέον ότι, απαιτούνται αποτελεσματικές παρεμβάσεις για τη συγκράτηση των τιμών, ιδίως εκείνων που σχετίζονται με το κόστος ενέργειας.
Συγκεκριμένα, το δεύτερο εξάμηνο του 2021, η άρση των εκτεταμένων περιορισμών που είχαν υιοθετηθεί για την αντιμετώπιση της πανδημίας Covid-19 επέτρεψε στην οικονομική δραστηριότητα να επανέλθει σε σχετικά κανονικές συνθήκες. Παράλληλα, αποσύρθηκαν σχεδόν στο σύνολό τους τα μέτρα στήριξης που εφαρμόστηκαν υπέρ των επιχειρήσεων που επλήγησαν από την πανδημία.
Η προσδοκία ότι η απόσυρση των πιο αυστηρών περιορισμών στην οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα, αναφέρει ο πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ Γ. Καββαθάς, θα έδινε στην οικονομία την απαραίτητη ώθηση για να ανακάμψει τάχιστα και να «επουλώσει τις πληγές» που δημιούργησε σε έναν μεγάλο αριθμό επιχειρήσεων η υγειονομική κρίση, ιδίως των επιχειρήσεων εκείνων που τα μέτρα στήριξης δεν ήταν αρκετά για να καλύψουν ένα σημαντικό μέρος των απωλειών τους, δεν επιβεβαιώθηκε. Η εμφάνιση του πληθωρισμού, που από τα μέσα του 2021 και μετά καλπάζει, κυρίως εξ αιτίας της υπέρμετρης αύξησης των τιμών ενέργειας που προκλήθηκε αρχικά λόγω της διεθνούς ενεργειακής κρίσης και προσφάτως λόγω των δυσμενών γεωπολιτικών εξελίξεων, έχει δημιουργήσει νέες δυσκολίες, αβεβαιότητες και προκλήσεις.
Για τις επιχειρήσεις οι ανατιμήσεις, ιδίως στις τιμές ενέργειας, τουλάχιστον κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2021, προκάλεσαν τρεις σοβαρές και αλληλένδετες επιπτώσεις.
Η πρώτη επίπτωση ήταν η σημαντική αύξηση του κόστους λειτουργίας τους. Με βάση τα ευρήματα της έρευνας αυξήθηκαν μεσοσταθμικά το κόστος ενέργειας κατά 89,8%, το κόστος προμήθειας πρώτων υλών και εμπορευμάτων κατά 48,2%, το κόστος καυσίμων οχημάτων κατά 70,3% και το κόστος προμήθειας εξοπλισμού και μηχανημάτων κατά 35%.
Η δεύτερη επίπτωση, που είναι απόρροια της πρώτης, ήταν ο ιστορικά υψηλός αριθμός των επιχειρήσεων που αύξησαν τις τιμές πώλησης των αγαθών/υπηρεσιών. Το δεύτερο εξάμηνο του 2021, 1 στις 3 μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις (34,8) αύξησε τις τιμές τους. Μεσοσταθμικά, οι τιμές πώλησης των αγαθών/υπηρεσιών των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων αυξήθηκαν κατά 4,9%, γεγονός που σημαίνει ότι το μεγαλύτερο μέρος του αυξημένου κόστους λειτουργίας τους το απορρόφησαν. Ωστόσο, για το πρώτο εξάμηνο του 2022, τα ευρήματα της έρευνας κατέδειξαν πως 1 στις 2 επιχειρήσεις (48,9%) θα προχωρούσαν σε αύξηση των τιμών πώλησης των αγαθών/υπηρεσιών τους.
Η τρίτη επίπτωση, που σχετίζεται τόσο με την αύξηση του κόστους λειτουργίας των επιχειρήσεων, τη μείωση της ζήτησης λόγω των ανατιμήσεων, την επιβράδυνση της ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας που κινδυνεύει να εισέλθει σε μια περίοδο στασιμοπληθωρισμού και των υποχρεώσεων που συσσώρευσαν οι επιχειρήσεις κατά τη διάρκεια της πανδημικής κρίσης, σχετίζεται με τη σοβαρή αύξηση των υπερχρεωμένων μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων. Συγκεκριμένα, κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2021 σχεδόν 1 στις 2 επιχειρήσεις είχαν τουλάχιστον μια ληξιπρόθεσμη οφειλή προς το Δημόσιο ή τους ιδιώτες, ενώ 1 στις 3 επιχειρήσεις είχε πολλαπλές ληξιπρόθεσμες οφειλές. Επιπλέον, 1 στις 5 επιχειρήσεις είχε ληξιπρόθεσμες οφειλές, τόσο προς την εφορία όσο και προς τα ασφαλιστικά ταμεία.  
Τέλος, αναγκαία κρίνεται η διεύρυνση των πηγών χρηματοδότησης προς τις πολύ μικρές επιχειρήσεις. Σε αυτό το πλαίσιο απαιτείται, τουλάχιστον, ο ανασχεδιασμός των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, ώστε ένα σημαντικό μέρος των επιχορηγούμενων χρηματοδοτήσεων να κατευθυνθεί αποκλειστικά προς τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις.