Μηνυτήρια αναφορά στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατέθεσε το πρωί της Παρασκευής ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ και πρώην υπουργός, Χρήστος Σπίρτζης,

καθώς όπως ανέφερε ο ίδιος σε δηλώσεις του, είχε γίνει απόπειρα παγίδευσης του κινητού του τηλεφώνου με το λογισμικό Predator, τον Νοέμβριο του 2021.
Η δήλωση του κ. Σπίρτζη έγινε μετά τη συνάντηση που είχε αντιπροσωπεία του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ σήμερα το πρωί με τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Ισίδωρο Ντογιάκο, με αντικείμενο την υπόθεση των υποκλοπών.
Στην τοποθέτησή του, εξερχόμενος από τον ‘Αρειο Πάγο, ο Χρ. Σπίρτζης περιέγραψε αναλυτικά ότι έλαβε «δύο SMS με μολυσμένα μηνύματα, links, για την παγίδευση του κινητού τηλεφώνου του με το λογισμικό Predator».
«Η απόπειρα παγίδευσης του κινητού μου σχετίζεται με την πολιτική μου δράση, με τη θεσμική μου ιδιότητα ως τομεάρχη Προστασίας του Πολίτη αρμόδιου για τα θέματα της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών», είπε, ενώ παρέπεμψε σε ανακοίνωση που εξέδωσε ο ίδιος στις 13 Νοεμβρίου με τίτλο: «Ο Μητσοτάκης σε φακελώνει και σε παρακολουθεί» στη βάση δημοσιεύματος της ΕφΣυν που, όπως ανέφερε, “αποκάλυπτε” τις εντολές παρακολούθησης δημοσιογράφων, δικηγόρων, ακόμη και ανήλικων προσφυγόπουλων.
Δύο μέρες αργότερα στις 15 Νοεμβρίου του 2021, όπως είπε, κατέθεσε επίκαιρη ερώτηση προς τον προϊστάμενο της εθνικής υπηρεσίας πληροφοριών σύμφωνα με το νόμο του “επιτελικού κράτους”, όπως σχολίασε, και εξέδωσε δεύτερη ανακοίνωση με τίτλο και πάλι “Ο Μητσοτάκης σε φακελώνει και σε παρακολουθεί” και με βάση δεύτερο δημοσίευμα της ΕφΣυν.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Χρ. Σπίρτζης, κατήγγειλε πως την ίδια ημέρα έλαβε στο κινητό του «μήνυμα παγίδευσης με το λογισμικό predator» με «μολυσμένο» λινκ, ενώ τέσσερις ημέρες αργότερα έλαβε δεύτερο μήνυμα με στόχο την παγίδευση του κινητού του τηλεφώνου. «Αυτό δείχνει ότι κάποιοι ήθελαν διακαώς να μάθουν με ποιους δημοσιογράφους, με ποιους πολίτες μιλάω και προφανώς τις συνομιλίες μου με τον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξη Τσίπρα για την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών και τις αποκαλύψεις που είχαν γίνει εκείνες τις μέρες», δήλωσε ο Χρ. Σπίρτζης, επισημαίνοντας, δε, πως το δεύτερο μήνυμα που έλαβε ήταν το ίδιο που εστάλη στον Θανάση Κουκάκη και στον Νίκο Ανδρουλάκη, κάτι που δείχνει, όπως υποστήριξε, ότι «δεν ήταν μεμονωμένα περιστατικά παρακολούθησης».
«Τα τρία μηνύματα στάλθηκαν από το ίδιο άρρωστο, νοσηρό, αντιδημοκρατικό και παράνομο κέντρο και αυτό το κέντρο είναι η ΚΥΠ Μητσοτάκη είτε απευθείας, είτε μέσω εντολής τους από τρίτους», ανέφερε ο κ. Σπίρτζης και υπέβαλε δημόσια σειρά ερωτημάτων:
«Κύριε Μητσοτάκη ακούγατε τις συνομιλίες που είχα με τον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ, Αλέξη Τσίπρα; Ακούγατε τις σκέψεις, τους προβληματισμούς, τις τακτικές που ακολουθούσαμε; Ακούγατε και βλέπατε στο γραφείο μου τις συσκέψεις που είχαμε; Ακούγατε τις συνομιλίες μου με τους υπόλοιπους τομεάρχες και βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ; Διαβάζατε τα μηνύματα που ανταλλάζαμε οι τομεάρχες και βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ μεταξύ μας ή με τον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ, Αλέξη Τσίπρα; Παρακολουθούσατε -γιατί είχατε και εικόνα- τις σύσκεψεις που κάναμε στο κόμμα μας; Παρακολουθούσατε τις συναντήσεις ή τις επικοινωνίες που είχαμε με δημοσιογράφους ή με βουλευτές άλλων κομμάτων; Παρακολουθούσατε τις συνομιλίες μου με την οικογένειά μου, με τα παιδιά μου, με τους γονείς μου, με τους δικούς μου ανθρώπους; Κύριε Μητσοτάκη πόσους άλλους βουλευτές, πόσους άλλους πολιτικούς, πόσους άλλους επιχειρηματίες, δημοσιογράφους και πολίτες παρακολουθήσατε;».
Και κατέληξε ο κ. Σπίρτζης: «Δεν μας αξίζει. Δεν αξίζει στον ελληνικό λαό μετά από τόσα χρόνια αγώνες της αριστεράς του προοδευτικού χώρου του δημοκρατικού κόσμου, μετά από τόσες προσπάθειες πρωθυπουργών, υπουργών βουλευτών όλου του πολιτικού φάσματος, δεν μας αξίζει να βιώνουμε μία μαύρη περίοδο του καθεστώτος Μητσοτάκη που θυμίζει τις πιο μελανές στιγμές της πολιτικής μας ιστορίας. Δεν θα αφήσουμε την κατάσταση του καθεστώτος Μητσοτάκη έτσι. Θα επαναφέρουμε τη δημοκρατία στη χώρα μας ξηλώνοντας το καθεστώς Μητσοτάκη. Δεν θα αφήσουμε τα παιδιά μας να ζήσουν κάτω από ένα καθεστώς που δεν σέβεται το Σύνταγμα, τα ατομικά δημοκρατικά δικαιώματα, τις Ευρωπαϊκές και διεθνείς συνθήκες για την προστασία των δικαιωμάτων κάθε πολίτη, κάθε ανθρώπου και κυρίως της Δημοκρατίας μας, διασύροντας τη χώρα»..