«Ο πρωθυπουργός την Παρασκευή θα θέσει -όπως το κάνει πάντοτε στο πλαίσιο της γεωπολιτικής συζήτησης στους Ευρωπαίους ομολόγους του- το ζήτημα της τουρκικής προκλητικότητας»

ανέφερε σε τηλεοπτική συνέντευξή στο Mega ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Γιάννης Οικονόμου επισημαίνοντας για ενδεχόμενη συνάντηση με Ερντογάν, πως «κανείς δεν αποκλείει τίποτα, μέχρι στιγμής δεν έχουμε κάποιες ενδείξεις προς την κατεύθυνση αυτή. Η ατζέντα της πρώτης ημέρας στη Σύνοδο περιλαμβάνει θέματα ευρύτερου γεωπολιτικού και οικονομικού ενδιαφέροντος».
Τόνισε ακόμη πως «κάθε φορά λέμε «έχουν ξεπεράσει τον εαυτό τους» και κάθε φορά μας διαψεύδουν. Ο κ. Μπαχτσελί είναι εταίρος του κ. Ερντογάν και χθες αμφισβήτησε την κυριαρχία όλων των νησιών του Αιγαίου, ανιστόρητα, ανυπόστατα, εντείνοντας αυτή τη ρητορική έξαρση προκλητικότητας».
Υπενθύμισε ότι ο κ. Ερντογάν «ήταν αυτός που είχε δυναμιτίσει τη σχέση μεταξύ των δύο ηγετών, ο κ. Ερντογάν ήταν που είχε πει “Μητσοτάκης γιοκ”, ο κ. Ερντογάν ήταν αυτός που είχε καλέσει τους Έλληνες πολίτες να καταψηφίσουν τον Μητσοτάκη. Όλη αυτή η προσπάθεια δεν έχει καμία ανταπόκριση, πουθενά, στη διεθνή κοινότητα. Η τελευταία, η πιο πρόσφατη, απόπειρα διαστρέβλωσης της πραγματικότητας, με την ενεργοποίηση του παράνομου, έκνομου Συμφώνου που είχε υπογράψει η Τουρκία με τη Λιβύη, έχει συναντήσει την αποδοκιμασία της παγκόσμιας κοινότητας. Από τους Ευρωπαίους εταίρους μας, μέχρι την αντιπολίτευση της Λιβύης και από αξιωματούχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέχρι το State Department χθες, το μόνο που εισπράττουν οι Τούρκοι είναι αποδοκιμασίες και συστάσεις ισχυρές να σταματήσουν αυτόν τον αναθεωρητισμό και την τακτική».
Υπογράμμισε επίσης πως «προφανώς, εάν ο κ. Ερντογάν ζητήσει μία συνάντηση με τον κ. Μητσοτάκη, είναι σαφές ότι εκεί θα κληθεί να εξηγήσει, τι είναι όλα αυτά τα παράλογα, εξωφρενικά, εντελώς ανιστόρητα και ανυπόστατα. Η συζήτηση, σε ό,τι αφορά τη δική μας πλευρά, πάντοτε έχει σταθερές και κόκκινες γραμμές: Το Διεθνές Δίκαιο, τα κυριαρχικά μας δικαιώματα, η εθνική μας κυριαρχία, ο σεβασμός των Συνθηκών, το πολιτικό και νομικό κεκτημένο του κόσμου, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είναι το περιβάλλον, μέσα στο οποίο η Ελλάδα πάντοτε συζητά με την απέναντι πλευρά, αναζητώντας τομείς που θα μπορούσαμε να έχουμε κοινές δράσεις, για να αντιμετωπίσουμε προκλήσεις που αφορούν και τους δύο λαούς.
Αν διατυπωθεί αίτημα, θα το αξιολογήσουμε και θα ανταποκριθούμε θετικά. Δεν είμαστε εμείς επισπεύδοντες, αυτή είναι η πραγματικότητα. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι ο ηγέτης μιας χώρας με αυτοπεποίθηση, μιας χώρας που συστηματικά έχει αναπτύξει μια στρατηγική τα τελευταία τρία χρόνια σε δύο άξονες: Και στο διπλωματικό, αλλά και στην ενίσχυση της αποτρεπτικής ικανότητας της χώρας. Εμείς δεν μπορούμε να καθορίσουμε τι θα κάνει και πώς θα κινείται η Τουρκία. Μπορούμε να ερμηνεύουμε τους λόγους για τους οποίους το κάνει από την εσωτερική τους κατάσταση, τις οικονομικές τους δυσκολίες, τις εκλογές που έχουν ή την παραδοσιακή τους στρατηγική να προσπαθούν να δημιουργούν θέματα και να κατασκευάζουν μια πραγματικότητα στα μέτρα τους».
Ο κ. Οικονόμου υπογράμμισε στο σημείο αυτό πως «το στοίχημα μιας υπεύθυνης ηγεσίας -και αυτό είναι που έχει καταφέρει η κυβέρνηση τα τρία τελευταία χρόνια- είναι να διαβάσει σωστά τη μεγάλη εικόνα. Αυτό κάνει ο Κυριάκος Μητσοτάκης από το 2019. Τόνωσε τη διεθνή θέση της χώρας που είχε υποβαθμιστεί και από τη χρεοκοπία, αλλά και από την αλλοπρόσαλλη εξωτερική πολιτική της προηγούμενης περιόδου. Ενίσχυσε τις Ένοπλες Δυνάμεις, την αποτρεπτική τους ικανότητα στο πεδίο για να μη μπορεί κανείς να μας πανικοβάλλει ή να μας εγκλωβίσει σε αδιέξοδα της τελευταίας στιγμής.
Το Διεθνές Δίκαιο, οι Συμφωνίες που έχει υπογράψει η χώρα μας και η αποτρεπτική ικανότητα που έχουμε, αποτελούν επαρκείς εγγυήσεις για την αποτελεσματική αντιμετώπιση κάθε πρόκλησης. Η χώρα δεν υπάρχει περίπτωση να επιτρέψει να αμφισβητηθεί η διεθνής νομιμότητα και τα κυριαρχικά της δικαιώματα. Πάντοτε, και στο διπλωματικό επίπεδο, καταβάλλουμε όλες εκείνες τις προσπάθειες, έτσι ώστε η οποιαδήποτε αποτρεπτική διάσταση να περιοριστεί εκεί, αλλά έχουμε αποδείξει και στο παρελθόν ότι και στο πεδίο, όταν έχουμε προκληθεί, έχουμε απαντήσει αποτελεσματικά.
Οφείλουμε να είμαστε σε εγρήγορση. Δεν μπορούμε να είμαστε ούτε πολιτικά, ούτε ιστορικά αφελείς. Δεν μπορούμε να προσπερνάμε ελαφρά τη καρδία αυτή την παρατεταμένη προκλητικότητα από την πλευρά της Τουρκίας. Από την άλλη πλευρά παραμένουμε ψύχραιμοι, δεν έχουμε λόγους ούτε να πανικοβαλλόμαστε, ούτε να τρομοκρατούμαστε, ακριβώς γιατί έχουμε επαρκή πολιτική ισχύ και επαρκέστατη αποτρεπτική ικανότητα, έτσι ώστε αποτελεσματικά να αντιμετωπίσουμε κάθε πρόκληση. Οτιδήποτε είναι απέναντι στο Διεθνές Δίκαιο και θίγει την κυριαρχία μας και τα κυριαρχικά μας δικαιώματα δεν είναι αποδεκτό και δεν θα είναι επιτρεπτό. Και αυτό δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Αφορά τους Συμμάχους μας, τους εταίρους μας, τη διεθνή κοινότητα, την παγκόσμια πολιτική σκηνή και κοινή γνώμη, η οποία δεν θέλει και δεν χρειάζεται, μαζί με τον αναθεωρητισμό του Πούτιν και τον πόλεμο στην Ουκρανία, κι άλλες εστίες έντασης είτε στο Αιγαίο ούτε στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο».