«Στην πανούκλα οι άνθρωποι έχασαν και τη μνήμη τους. Ολοι ζούσαν χωρίς μνήμη και ελπίδα. Η πανούκλα είχε στερήσει από όλους τη δύναμη της αγάπης, ακόμα και της φιλίας. Γιατί η αγάπη ζητάει λίγο μέλλον»(Α. Καμύ «Η ΠΑΝΟΥΚΛΑ»).

 

Παρακολουθούμε και ακούμε διαρκώς κραυγές απόγνωσης και επίμονα αιτήματα των γιατρών και των νοσηλευτών του δημόσιου συστήματος υγείας, αρχικά εν όψει του 2ου κύματος της πανδημίας που οι ειδικοί έβλεπαν και έκριναν ότι έρχεται. Και πράγματι ήρθε το 2ο, ήρθε το 3ο, ήρθε και το 4ο κύμα πανδημίας, και ενώ δεν αποκλείεται και 5ο, όμως η κυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη συνεχίζει την «ανεμελιά» της και κωφεύει στις επανειλημμένες κραυγές απόγνωσης των γιατρών για σημαντική ενίσχυση όλων των δομών του δημόσιου συστήματος υγείας.

Και με τούτο και με τ’ άλλο και με τη συνεχιζόμενη εγκληματική αδράνεια της κυβέρνησης φθάσαμε στον σημερινό ανείπωτο εφιάλτη: κάθε εφημερία δημόσιου νοσοκομείου σε όλη τη χώρα μοιάζει με πόλεμο απέναντι σε αμείλικτο και θανατογόνο εχθρό χωρίς όπλα, χωρίς εφόδια, χωρίς πολεμιστές, χωρίς αντοχές, χωρίς συμπαράσταση και συνδρομή από την πολιτεία, που έχει την κύρια ευθύνη για τη δημόσια υγεία.

Και αξιώνουν το αυτονόητο: Να κατανοήσει επιτέλους η κυβέρνηση ότι «η υγεία δεν είναι πολυτέλεια, οι ζωές δεν είναι αριθμοί». Να ακούσει τους γιατρούς, έστω και τώρα με καθυστέρηση... αιώνων, που κραυγάζουν: «ΝΟΣΗΛΕΙΑ ΚΑΙ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΕ ΡΑΝΤΖΑ ΣΤΟΥΣ ΔΙΑΔΡΟΜΟΥΣ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ …Πως μπορεί να ασκηθεί το λειτούργημα του γιατρού για τη νοσηλεία ασθενών με κορονοϊό σε κοντέϊνερ;».

            Γιατροί και νοσηλευτές μόνοι, σχεδόν εγκαταλειμμένοι, δίνουν την υπέρ πάντων μάχη κατά του κορονοϊού που σαρώνει ανθρώπους και κοινωνία, πιστοί στο καθήκον τους κάνουν αυτό που έλεγε και έκανε ο γιατρός Ριέ, στην ΠΑΝΟΥΚΛΑ του Καμύ : «Ωστόσο πρέπει να σας το πω: αυτό που κάνουμε δεν έχει καμία σχέση με την ηρωϊσμό. ΄Εχει σχέση με την τιμιότητα. Και τι είναι η τιμιότητα; Δεν ξέρω τι είναι, γενικά, όμως για ό,τι με αφορά, ξέρω ότι σημαίνει ν’ ασκώ σωστά το επάγγελμά μου».

            Νομίζω ότι το ίδιο ακριβώς αισθάνονται και οι γιατροί του νοσοκομείου μας, που παρεξηγημένο, απαξιωμένο, εγκαταλειμμένο όπως σχεδόν όλα στη χώρα, δίνει κι αυτό μάχες για την υγεία και τη ζωή των συμπολιτών μας που προσφεύγουν σ’ αυτό. Οι γιατροί του νοσοκομείου μας που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή κατά του covid δεν αισθάνονται ήρωες (έστω και αν είναι στην πραγματικότητα ενόψει των συνθηκών που ασκούν το λειτούργημά τους), αλλά δημόσιοι λειτουργοί που εκτελούν το καθήκον τους με ευσυνειδησία και αυταπάρνηση, κόντρα σε ένα γερασμένο και εγκαταλειμμένο σύστημα υγείας. Και γι αυτή τη γήρανση και εγκατάλειψη πολλές φορές καλούνται οι γιατροί να «δώσουν λόγο» για ό,τι τυχαίως και αναποφεύκτως δεν βαίνει κατ’ ευχήν, ρίχνοντας στην πλάτη τους όλες τις ελλείψεις, τις παθογένειας, τα ελλείμματα και τις καθυστερήσεις. Που στην πραγματικότητα αποτελούν συνέπειες των πολιτικών υγείας της κυβέρνησης, η οποία το μόνο που επιφύλαξε για τους «Μύστες του Ασκληπιού» ήταν τα βραδινά χειροκροτήματα και τα μεγάλα λόγια για τις ηρωϊκές τους προσπάθειες να σώσουν ό,τι μπορούσε να σωθεί, με την υπέρβαση των ανθρώπινων ορίων αντοχής τους.

            Το νοσοκομείο μας υπό γενική έννοια έχει αντιμετωπίσει τον εφιάλτη του covid όπως όλα τα περιφερειακά νοσηλευτικά ιδρύματα, και μάλλον καλύτερα από τα περισσότερα, και το γνωρίζουμε και από τα επίσημα στατιστικά και από μαρτυρίες φιλικών και συγγενικών προσώπων, που μολύνθηκαν από τον ιό και έτυχαν ανθρώπινης και εντατικής φροντίδας και ιατρικής μέριμνας από το τιμ των γιατρών κατά του covid. Η κυβέρνηση νομοθέτησε το ακαταδίωκτο για το σύνολο σχεδόν όσων διαχειρίζονται δημόσιο χρήμα και υπηρεσίες, όμως τι (πρέπει) να γίνει με τους γιατρούς και νοσηλευτές που πολεμούν τον covid; Γιατί δεν είναι δυνατόν να ομιλούν κάποιοι για τυχόν ευθύνες τους όταν μάχονται με κόστος της υγείας και της ζωής τους ακόμα (είναι πολλοί που μολύνθηκαν και δεν είναι λίγοι όσοι απεβίωσαν από τον ιό στη μάχη για τη διάσωση συνανθρώπων μας) σε συνθήκες και υποδομές που διαμορφώνει αποκλειστικά η κυβέρνηση. Η οποία πέρυσι μείωσε τις δαπάνες για την υγεία κατά 600 εκ.ευρώ, φέτος τις μειώνει κατά 820 εκ. ευρώ.

            Σήμερα απαιτείται συστράτευση όλων μας, κοινωνίας, πολιτών και πολιτικών για τη στήριξη του νοσοκομείου μας, των γιατρών και νοσηλευτών του, που καθημερινά δίνουν τιτάνια μάχη για τη διάσωση της υγείας και της ζωής των συμπολιτών ασθενών. Και δεν γνωρίζουμε πόσα ακόμα κύματα μας επιφυλάσσει ο κορονοϊός, όπως δεν γνωρίζουμε πόσες άλλες πανδημίες ενσκήψουν στο μέλλον, και αυτές δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπιστούν με επιτυχία με ένα συκοφαντημένο, απαξιωμένο και εγκαταλειμμένο νοσοκομείο.

            Και μέσα στα πάμπολλα ερωτήματα που γέννησε και γεννά η πανδημία, θυμίζω κάτι από το «ΠΕΡΙ ΤΥΦΛΟΤΗΤΟΣ» του Ζ. Σαραμάγκου: «Γιατί τυφλωθήκαμε; Νομίζω ότι δεν τυφλωθήκαμε, νομίζω ότι είμαστε τυφλοί. Τυφλοί άνθρωποι που μπορούν να δουν. Τυφλοί άνθρωποι που μπορούν δουν, αλλά δεν βλέπουν». Σήμερα βλέπουμε ακόμα ή είμαστε τυφλοί; Αμ’ έπος, αμ’ έργον!!